Παρασκευή 4 Μαΐου 2012

5 λόγοι να ψηφίσουμε ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α.


1. Είναι η πιο σκληρή καταδίκη του Μνημονίου και των κομμάτων που μας υποδούλωσαν σε αυτό. Όμως, το Μνημόνιο δεν είναι απλά μια σύμβαση, την οποία μπορούμε να απορρίψουμε και να ξαναγυρίσουμε στην προ-Μνημονίου Ελλάδα. Πίσω από το Μνημόνιο είναι το γερμανικό, γαλλικό, μαζί και το ελληνικό κεφάλαιο, που χάνουν κέρδη υπέρ της Κίνας, της Ινδίας και άλλων. Για να τους ανταγωνιστούν, τα ενωμένα ευρωπαϊκά κεφάλαια μετατρέπουν τους εργαζόμενους της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε δούλους των 400 ευρώ. Πρώτα τους εργαζόμενους στην Ελλάδα, μετά τους υπόλοιπους. Συνεπώς, το Μνημόνιο και η Τρόϊκα έχουν όνομα: Ευρωπαϊκή Ένωση, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Γι’ αυτό, όποιος λέει ότι είναι εναντίον του Μνημονίου, χωρίς να διεκδικεί έξοδο από το Ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση με ταυτόχρονη διαγραφή του χρέους, απλά δημαγωγεί.

2. Δεν υπάρχει φιλολαϊκή πολιτική μέσα στο Ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πώς θα κερδίσουμε τους χαμένους μισθούς και τις συντάξεις, πώς θα λειτουργήσουν τα νοσοκομεία, τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τα ασφαλιστικά ταμεία, όταν ο προϋπολογισμός της Ελλάδας θα εγκρίνεται από τους οικονομικούς δολοφόνους της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Πως θα μοιραστεί ο πλούτος αυτής της χώρας, όταν οι επίτροποι των Βρυξελλών θα ελέγχουν καθημερινά ότι δεν θα φορολογείται το κεφάλαιο; Το να περιμένει κανείς ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα γίνει κοινότητα ευημερίας και αγάπης προς τους εργαζόμενούς της, δεν απέχει πολύ από το να πιστεύει ότι οι καρχαρίες θα γίνουν χορτοφάγοι. Επιπλέον, όποιος υποστηρίζει την «ισοτιμία της Ελλάδας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση», είναι σαν να αποδέχεται ότι οι λύκοι είναι ισότιμοι με τα αρνιά. Μέσα στο ευρώ, αλλά χωρίς ευρώ στην τσέπη των εργαζομένων και των ανέργων;

3. Δεν υπάρχει φιλολαϊκή πολιτική χωρίς διαγραφή του χρέους. Πώς θα πληρωθούν μισθοί και συντάξεις με το 50% των εσόδων να πηγαίνουν στους δανειστές; Μόνο αν σταματήσουμε να πληρώνουμε το παράνομο χρέος στους διεθνείς τοκογλύφους θα αξιοποιηθούν χρήματα που θα δοθούν για να καλύψουν τις κοινωνικές ανάγκες. Όχι με τριετή ή πενταετή «αναστολή πληρωμών», για να το πληρώσουμε αργότερα όπως μας κάνουν οι τράπεζες με τόκους και με πανωτόκια, αλλά διαγραφή του χρέους τώρα. Είναι αυταπάτη να λες ότι θα διαπραγματευτείς με τους δανειστές σου. Αλήθεια, είναι θέμα τέχνης ή ικανότητας να πείσουμε τους βιαστές μας;

4. Δεν αρκεί να μπούνε στη φυλακή 5-6 Τσοχατζόπουλοι, αλλά να πληρώσουν τα παράσιτα οι καπιταλιστές. Αυτοί δηλαδή που έβγαλαν 600 δις στην Ελβετία και τώρα τα στέλνουν στην Καραϊβική. Οι τράπεζες που από το 2008 τσέπωσαν 155 δις. Οι εφοπλιστές που μόνο πρώτο το τρίμηνο του 2012 παρήγγειλαν νέα πλοία αξίας 1,6 δις δολάρια, ενώ αγόρασαν και μεταχειρισμένα αξίας 600 εκατ. δολαρίων. Που ναυπηγούν τα καράβια τους στην Κορέα και στην Κίνα και τα έχουν με σημαία Παναμά και Λιβερίας. Αυτοί, που σύμφωνα με στοιχεία των βρετανικών αρχών, την τελευταία διετία έχουν αποκτήσει ακίνητα στο Λονδίνο αξίας άνω του 1 δις ευρώ. Αυτοί που μετέφεραν τα εργοστάσια τους στη Βουλγαρία και στην Αλβανία. Που έγραψαν τα οικόπεδα, τις βίλες και τα κότερά τους σε offshore με έδρα τα νησιά Καϋμάν και Μάρσαλ. Που μας έσυραν στους Ολυμπιακούς αγώνες των 20 δις ευρώ. Που μας έβαλαν να πληρώσουμε 30 δις για εξοπλισμούς μόνο την τελευταία δεκαετία. Που δεν πλήρωναν φόρους και εισφορές, «έτρωγαν» το ΦΠΑ, «μάσαγαν» κάθε λογής επιδοτήσεις και ενισχύσεις, απολάμβαναν απαλλαγές και ελαφρύνσεις.
  
5. Γιατί είναι πολλαπλά κερδισμένη ψήφος. Γιατί δεν λέει να φαγωθούν οι φτωχοί μεταξύ τους (οι ιδιωτικοί υπάλληλοι με τους δημοσίους, οι άνεργοι με τους εργαζόμενους, οι Έλληνες με τους μετανάστες), αλλά αντίθετα να πάρουμε τα λεφτά από τους πλούσιους, δημεύοντας τις ιδιοκτησίες τους, εθνικοποιώντας τις τράπεζές τους, παίρνοντας τις μεγάλες επιχειρήσεις υπό εργατικό έλεγχο. Γιατί δεν δημαγωγεί λέγοντας «αριστερή κυβέρνηση» με τον ακροδεξιό Καμμένο, δηλαδή κυβέρνηση που θα διαχειριστεί τις πολιτικές λιτότητας και μετά θα ξεφτιλιστεί, σπέρνοντας μεγαλύτερη απογοήτευση. Γιατί η απροσδιόριστη «λαϊκή εξουσία» παραπέμπει τις λύσεις που ζητάει ο λαός στη Δευτέρα Παρουσία. Γιατί δεν σημαίνουν τίποτα 1 ή 2 παραπάνω βουλευτές για την επίσημη Αριστερά, αλλά αντίθετα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στη βουλή θα καλεί την υπόλοιπη Αριστερά να μπλοκάρουν το κοινοβούλιο όταν κατατίθεται αντιλαϊκό νομοσχέδιο. Γιατί η ψήφος στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι το πιο αξιόπιστο στήριγμα της λαϊκής εξέγερσης που έρχεται. Όχι μόνο για να «μη γίνουμε Βουλγαρία», αλλά για να έρθει ο πλούτος στα χέρια αυτών που τον παράγουν.

Στη Βοιωτία και σε όλη την Ελλάδα ψηφίζουμε - στηρίζουμε ΑΝΤΑΡΣΥΑ γιατί: ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ!


του Αλέξη Λιάσκου
Η κυρίαρχη προπαγάνδα υποστηρίζει ότι η ακολουθούμενη πολιτική είναι μονόδρομος. Ότι δεν υπάρχει εναλλακτικό κοινωνικό σχέδιο απέναντι στη φυλακή των μνημονίων, της ΕΕ, του ΔΝΤ, της αγοράς και της μισθωτής σκλαβιάς.
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ απαντά: Οι εργαζόμενοι στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα έχουν δικαίωμα, μπορούν και πρέπει να ζήσουν μια καλύτερη ζωή σε έναν καλύτερο κόσμο. Ο κοινωνικός πλούτος που παράγουν με τα χέρια και το μυαλό τους, τα εφόδια που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες, οι δυνατότητες που δίνει μια ισότιμη συνεργασία όλων των λαών του πλανήτη, τα απελευθερωτικά στοιχεία που γεννά η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου δείχνουν πως κάτι τέτοιο είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ εφικτό.
Καλύτερη ζωή σε έναν καλύτερο κόσμο σημαίνει τα δημόσια αγαθά (υγεία, παιδεία, ασφάλιση, μεταφορές, δρόμοι, φάρμακο, επικοινωνία, λιμάνια, νερό, ηλεκτρισμός, έρευνα, κατοικία κ.ά.), ο αγροτικός-διατροφικός τομέας, ο ορυκτός πλούτος, το τραπεζικό σύστημα, οι καίριες παραγωγικές μονάδες να βρίσκονται υπό κοινωνική – συλλογική ιδιοκτησία και υπό συλλογικό εργατικό έλεγχο, να λειτουργούν σε όφελος του κοινού καλού και όχι με κριτήριο το κέρδος και την ανταγωνιστικότητα. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τον αγροτικό τομέα, όπου το ποσοστό αυτάρκειας της χώρας μας σε βασικά προϊόντα φυτικής και ζωικής παραγωγής αγγίζει κατά μέσο όρο το 94%. Μια διαφορετική οργάνωση της αγροτικής παραγωγής, με επίκεντρο την παραγωγή ποιοτικών, φθηνών και επαρκών τροφίμων για όλο τον πληθυσμό, την προστασία του περιβάλλοντος και την αναβίωση της υπαίθρου θα έδινε λύση στο διατροφικό πρόβλημα.
Καλύτερη ζωή σε έναν καλύτερο κόσμο σημαίνει να έχουν όλοι οι εργαζόμενοι σταθερή και δημιουργική δουλειά. Σημαίνει να απαγορευτούν οι απολύσεις, να καταργηθούν όλες οι μορφές ελαστικής εργασίας, η εφεδρεία και η «αξιολόγηση» που οδηγεί σε απολύσεις. Να γίνουν μαζικές προσλήψεις στην παιδεία, την υγεία, την πρόνοια, τους κοινωφελείς οργανισμούς. Να παρθούν μέτρα κατά της ανεργίας. Να μειωθεί δραστικά ο χρόνος εργασίας – κάτι που το κάνουν εφικτό οι νέες τεχνολογικές ανακαλύψεις – και να αυξηθεί ο χρόνος για ανάπαυση, μόρφωση, πολιτιστική δημιουργία και απόλαυση, αναψυχή, ουσιαστικές ανθρώπινες σχέσεις.
Καλύτερη ζωή σε έναν καλύτερο κόσμο σημαίνει να υπάρξει ριζική ανακατανομή του κοινωνικού πλούτου υπέρ των εργαζομένων που τον παράγουν και σε βάρος εκείνων που τον ιδιοποιούνται. «Λεφτά υπάρχουν» και μπορούν να βρεθούν αν σπάσει η μηχανή του χρέους και δεν πληρώσουμε ευρώ στους τοκογλύφους, αν μπει χέρι στα κέρδη των τραπεζών, των εφοπλιστών και των επιχειρηματιών και στα 600 δις ευρώ που έχουν στην Ελβετία, αν φορολογηθεί ή δημευτεί η εκκλησιαστική-μοναστηριακή περιουσία, αν μειωθούν οι στρατιωτικές δαπάνες, αν απαλλαγούμε από τα πολυεθνικά κοράκια που λυμαίνονται την υγεία, το φάρμακο, τους δρόμους, τα καύσιμα. Αν μπει χέρι σε αυτούς, μπορούν να παρθούν πίσω όλα τα μέτρα που ισοπέδωσαν τα εργατικά εισοδήματα, να έχουμε όλοι μισθούς το λιγότερο 1.500 ευρώ από μια δουλειά, να έχουμε αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν υγεία, παιδεία, φάρμακο, ασφάλιση, συγκοινωνίες, επικοινωνίες, να απαλλαγούμε από τα χαράτσια και τη φορομπηξία.
Είναι εφικτό κάτι τέτοιο: Σύμφωνα με τη Eurostat, η σημερινή Ελλάδα παράγει πλούτο αξίας 232 δις ευρώ το χρόνο. Αν κατανεμόταν εξίσου σε όλους τους απασχολούμενους 15-65 ετών θα έδινε ένα καθαρό, κατά κεφαλήν εισόδημα 2.580 το μήνα.
Καλύτερη ζωή σε έναν καλύτερο κόσμο σημαίνει να ορίζουν οι εργαζόμενοι και οι ανάγκες τους το τι θα παράγεται και πώς, για ποιο σκοπό και με ποια μέσα. Οι εργαζόμενοι σήμερα έχουν τη μόρφωση, την εμπειρία, τις δυνατότητες να διαχειριστούν, να διευθύνουν και να κατευθύνουν την παραγωγή, τις δημόσιες υπηρεσίες, τους κοινωφελείς οργανισμούς προς όφελος του δημόσιου και συλλογικού συμφέροντος. Οι εργαζόμενοι σήμερα δεν χρειάζονται εργοδότες, διευθυντές, ιεραρχικές και καταπιεστικές δομές. Ούτε χρειάζονται όλα αυτά τα άχρηστα προϊόντα με τα οποία τους κατακλύζουν οι εταιρείες, ο ανταγωνισμός τους και το κυνήγι του κέρδους. Αντίθετα, χρειάζονται προϊόντα που να καλύπτουν τις πραγματικές τους ανάγκες, να ανεβάζουν το μορφωτικό και πολιτιστικό τους επίπεδο. Χρειάζονται αρμονία και ισορροπία με τη φύση και το περιβάλλον και όχι λεηλασία της φύσης και καταστροφή του περιβάλλοντος.
Καλύτερη ζωή σε έναν καλύτερο κόσμο σημαίνει να αναπτυχθούν οι ελευθερίες και να γίνει ουσιαστική η δημοκρατία. Να καταργηθεί κάθε κατασταλτικός και καταπιεστικός μηχανισμός, να πάψει η πλύση εγκεφάλου των χειραγωγημένων ΜΜΕ, να ανθήσουν οι μορφές άμεσης δημοκρατίας και συμμετοχής, να απαλλαγούμε από το σάπιο πολιτικό σύστημα, τις κυβερνήσεις του και την εικονική και ελεγχόμενη από τους ισχυρούς του χρήματος δημοκρατία. Να διαμορφωθούν θεσμοί και όργανα που να εκφράζουν και να επιβάλλουν τη δική τους θέληση στους χώρους δουλειάς, στις γειτονιές, τις πόλεις, σε όλη την κοινωνία. Το επόμενο βήμα είναι να συντονιστούν σε πανκοινωνικό επίπεδο – σε επίπεδο εξουσίας, δηλαδή -, μέσα από αντιπροσώπους με κριτήρια την   αιρετότητα, την ανακλητότητα, τον εργασιακό χαρακτήρα, τη μισθοδοσία με το μέσο εργατικό μισθό και την υποχρεωτική εναλλαγή.
Καλύτερη ζωή σε έναν καλύτερο κόσμο σημαίνει, τέλος, να απαλλαγούν οι εργαζόμενοι από τους διεθνείς δυνάστες και επικυρίαρχους όλων των λαών του κόσμου: το ευρώ και την ΕΕ, το ΔΝΤ, τις πολυεθνικές, τις τράπεζες. Απ’ όλους αυτούς που τους απομυζούν, που αναπνέουν αφαιρώντας το δικό τους οξυγόνο, που δημιουργούν και δεν αντιμετωπίζουν την «κρίση χρέους», που εμποδίζουν την ισότιμη και με αμοιβαιότητα συνεργασία με τους λαούς όλου του κόσμου.
Μια τέτοια κοινωνική προοπτική δεν είναι μόνο αναγκαία. Είναι και εφικτή. Εφικτή, όμως, στο βαθμό που θα την απαιτήσουμε, θα τη διεκδικήσουμε και θα την επιβάλλουμε με τη συλλογική μας πάλη. Σε μια τέτοια πάλη αξίζει να στρατευτεί ο καθένας μας, δίνοντας τον καλύτερό του εαυτό. Σε αυτή την πάλη μας καλεί να πάρουμε τη δική μας θέση η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Γι’ αυτή την υπόθεση μας καλεί να κάνουμε τη δική μας ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Για μια τέτοια Αριστερά : με αυτοπεποίθηση στους στόχους της , εμπιστοσύνη στον εργαζόμενο λαό και στο κίνημά του , με όραμα για μια συνολική κοινωνική ανατροπή , σε πλήρη ρήξη με την κοινωνία της εκμετάλλευσης και τους πολιτικούς της διαχειριστές , ανυπότακτη – μαχητική και όχι μίζερη , υποτακτική , «διεκδικητή» μιας «έντιμης» διαχείρισης του συστήματος και ανάθεσης για μια ακόμη φορά των λαϊκών διεκδικήσεων στα χέρια των όποιων (ακόμη και καλοπροαίρετων) κοινοβουλευτικών αντιπροσώπων.
Για μια τέτοια αριστερά αξίζει να παλέψουμε ! Μια τέτοια αριστερά θα είναιενωτική στην πράξη , στο κίνημα , στην οργάνωση της λαϊκής αντίστασης , θα παραμερίζει τις όποιες διαφορές της για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του εργαζόμενου λαού. Μια αριστερά που θα ζει και θα αναπνέει στους δρόμους και όχι στους διαδρόμους της εξουσίας που «οραματίζεται» να ανατρέψει.
Μια τέτοια αριστερά θα είναι χρήσιμη για την επόμενη της 6ης Μαίου ημέρα , όπου εκεί κυρίως θα κριθούμε όλοι!!!!

Κωλοτούμπα Τσίπρα για το δημόσιο χρέος: «ΟΧΙ ΜΟΝΟΜΕΡΕΙΣ ΛΥΣΕΙΣ»!!

του Λεωνίδα Βατικιώτη


Εξόχως αποκαλυπτική αποδείχτηκε η απάντηση που έδωσε ο Αλέξης Τσίπρας, επικεφαλής του ψηφοδελτίου του ΣΥΡΙΖΑ, στην διακαναλική συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε σε ερώτηση του Γιώργου Λαουτάρη, εκ μέρους του Πριν. Η ερώτηση ήταν η εξής: «Κύριε πρόεδρε, παρατηρώ με προσοχή τις δημόσιες παρεμβάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και έχω διαπιστώσει μια σταδιακή έκπτωση σε ένα από τα βασικά σας συνθήματα σχετικά με το χρέος. Το 2010 κάνατε λόγο για στάση πληρωμών για το δημόσιο χρέος προς τους πιστωτές. Το 2011 μιλήσατε για τριετή αναστολή πληρωμών του δημοσίου χρέους. Στην εκλογική διακήρυξη τώρα του 2012 αναφέρετε την αναστολή πληρωμών μόνο ως διαπραγματευτικό μέσο. Και ήθελα να ρωτήσω: Γι’ αυτή τη μετατόπιση ευθύνεται η πολιτική συμμαχιών σας το τελευταίο διάστημα; Και εν πάση περιπτώσει ποιες προϋποθέσεις θέτετε για να επιβάλετε στάση πληρωμών του δημοσίου χρέους προς τους πιστωτές;»
Τα βασικά σημεία από την απάντηση του Αλέξη Τσίπρα, ήταν τα εξής: «Αλλιώς ήταν τα πράγματα πριν από δύο χρόνια, αλλιώς ήταν πριν από το PSI, αλλιώς είναι τώρα μετά το PSI. Τώρα το μεγαλύτερο μέρος του χρέους μας είναι θεσμικό, είναι κρατικό. Διακρατικών σχέσεων πρόβλημα είναι αυτή τη στιγμή το μεγαλύτερο μέρος του χρέους μας. Δεν μπορείς να το αντιμετωπίζεις με τη λογική ότι θα το λύσεις μονάχα με μια μονομερή απόφαση απέναντι στους πιστωτές, τους ιδιώτες πιστωτές. Είναι και ζήτημα διακρατικών σχέσεων. Γι’ αυτό είπα ότι είναι και ζήτημα μιας συνολικής επαναδιαπραγμάτευσης των όρων με τους οποίους η χώρα μας εντάσσεται στο διεθνές γίγνεσθαι, στον διεθνή και ευρωπαϊκό καταμερισμό εργασίας. Μια ισχυρή επαναδιαπραγμάτευση των όρων ένταξής μας, αν θέλετε, στην ίδια την ΕΕ και την Ευρωζώνη. Κι εκεί πρέπει να κάνεις και συμμαχίες. Συμμαχίες με τις άλλες χώρες που έχουν το ίδιο πρόβλημα και κυρίως κοινωνικές συμμαχίες, να έχεις λαϊκό κίνημα να σε στηρίζει σ’ αυτή την προοπτική… Και σε κάθε περίπτωση λέμε ότι δίκαιη και βιώσιμη λύση μπορεί να έρθει μόνο μέσα από μια πολιτική λύση σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο».
Η πραγματικότητα είναι ότι, αδιαμφισβήτητα, η σύνθεση του χρέους έχει αλλάξει άρδην μετά την αναδιάρθρωση που έγινε επ’ αφορμή το PSI. Ειδικότερα μετά την αναδιάρθρωση το δημόσιο χρέος έπαψε να είναι ιδιωτικό (όπως ήταν κατά τα δύο τρίτα περίπου) κι έγινε διακρατικό ή «θεσμικό» (κατά την ίδια σχεδόν αναλογία). Συγκεκριμένα, και με βάση πρόσφατα στοιχεία της ελβετικής τράπεζας UBS, πριν την αναδιάρθρωση το ελληνικό χρέος ανήκε: Πρώτο σε ελληνικές τράπεζες κατά 22% (73,9 δισ. ευρώ), σε άλλους έλληνες επενδυτές κατά 8% (26 δισ.) και μη έλληνες επενδυτές κατά 32% (106,1 δισ.). Αυτές οι τρεις κατηγορίες με συνολική ποσοστιαία συμμετοχή της τάξης του 62% απαρτίζουν το λεγόμενο ιδιωτικό χρέος. Από την άλλη, το δημόσιο χρέος προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανερχόταν στο 16% του συνόλου (55 δισ. ευρώ), στο ΔΝΤ 6% (20,7 δισ.) ενώ διμερή δάνεια αντιπροσώπευαν το 16% (55,3 δισ.). Το σύνολο του λεγόμενου θεσμικού ανερχόταν επομένως πριν την αναδιάρθρωση στο 38% γενικού δημόσιου χρέους.
Μετά την αναδιάρθρωση η παραπάνω σχέση σχεδόν αντιστρέφεται! Οι ελληνικές τράπεζες κατέχουν το 10% (25,3 δισ. ευρώ), άλλοι έλληνες επενδυτές 3% (8,9 δισ.) και μη έλληνες επενδυτές το 14% (36,3 δισ.). Το ιδιωτικό μέρος του δημόσιου χρέους επομένως αντιπροσωπεύει το 27% του συνόλου. Από την άλλη, το χρέος προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανέρχεται στο 21% (55 δισ. ευρώ), προς το ΔΝΤ 8% (20,7 δισ.), προς το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας μέσω του οποίου δάνεισαν τα κράτη μέλη της ευρωζώνης το 23% (58,4 δισ.) και τα διμερή δάνεια το 21% (55,3 δισ. ευρώ). Το θεσμικό μέρος του ελληνικού δημόσιου δανεισμού επομένως αντιπροσωπεύει πλέον το 73% του συνόλου.
Όμηρος της ευρωλαγνείας του ο πρόεδρος του ΣΥΝ κι επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ δηλώνει υποταγή στους πιστωτές

Πίσω από τις λέξεις... για την εκλογική τακτική του ΣΥΝ

της Δέσποινας Κουτσούμπα


Με τον Αλέξη Τσίπρα είμαστε συνομήλικοι. Ίσως γι’ αυτό να μπορώ να του κάνω κριτική στα ίσα. Πάντοτε, άλλωστε, λέω τη γνώμη μου στους ανθρώπους στα ίσα. Αν δεν μπορώ, τότε φροντίζω να μην τους μιλάω καθόλου.

Στην πολιτική, όπως και στη ζωή, αν δεν κοιτάς εκεί που θες να πας, θα πας εκεί που κοιτάς. Ακόμη χειρότερα, όταν ξεκινάς να πηγαίνεις κάπου, αλλά στην πορεία αποφασίζεις να ακολουθήσεις έναν δρόμο που νομίζεις ότι είναι πιο σύντομος, μπορεί τελικά να χαθείς.

Αυτά σκεφτόμουν βλέποντας την τηλεοπτική συνέντευξη του Προέδρου του ΣΥΝ στην Πρωινή Εκπομπή της ΝΕΤ. Στη διάρκειά της απάντησα μερικά ερωτήματα που με απασχολούν εδώ και καιρό σε σχέση με την πολιτική στάση της ηγεσίας του ΣΥΝ. Μεταξύ αυτών, και το ερώτημα πώς είναι δυνατόν να χρησιμοποιούν στελέχη του ΣΥΝ το καθεστωτικό επιχείρημα περί «χρήσιμης ψήφου» για να κόψουν ψήφους από τα αριστερά τους, κυρίως από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Με πόση ευκολία χρησιμοποιούν δηλαδή το ίδιο επιχείρημα που τόσα χρόνια χρησιμοποιούσαν τα κόμματα των εναλλάξ κυβερνήσεων εναντίον τους!
Τελικά φαίνεται πως όταν όμως μπλέκεις τις λέξεις κυβέρνηση, κέντρο και Αριστερά στην ίδια φράση, τότε πολύ εύκολα από την «κυβέρνηση με κέντρο την Αριστερά» μπορεί να διολισθήσεις στην «κυβερνητική κεντροαριστερά». Και τότε ξαφνικά δεν έχεις πρόβλημα να χρησιμοποιείς όχι μία, αλλά πολλές καθεστωτικές ορολογίες…
Γιατί στην Αριστερά δεν λέμε φράσεις όπως «υγιής επιχειρηματικότητα» που χρειάζεται η χώρα για να προελκύσει επενδυτές (!), «διότι κανένας σοβαρός επενδυτής δεν θα έρθει σε μια χώρα που είναι καζάνι που βράζει». Ούτε ενσωματώνουμε όρους όπως η «υγειονομική βόμβα», ούτε μασάμε στην κυρίαρχη ρητορεία ότι υπάρχει «πρόβλημα μετανάστευσης» το οποίο προκαλεί την άνοδο της Χρυσής Αυγής, ούτε μιλάμε για «ρεαλιστικές λύσεις» στο θέμα των μεταναστών. Δεν ζητάμε «αξιοκρατικούς νόμους», δεν «έχουμε εμπιστοσύνη» σε θεσμούς όπως η αστική δικαιοσύνη. Τέλος, ούτε για πλάκα δεν αφήνουμε περιθώρια ότι θα πάρουμε ψήφο ανοχής από ακροδεξιά κόμματα όπως οι Ανεξάρτητοι Έλληνες του κου Καμμένου –δεν είναι στην παράδοση της Αριστεράς το «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» (πιο σωστά: έχει συνδεθεί με τις πιο μελανές σελίδες της ιστορίας της, όπως η συγκυβέρνηση του 1989…).  Μπροστά σε τόσο mainstream φρασεολογία, προφανώς το κόλλημα με την ΕΕ και η απροθυμία να απεξαρτηθούμε από τους διεθνείς τοκογλύφους με την διαγραφή του χρέους στον πολιτικό λόγο του ΣΥΝ, μάλλον αποτελούν πταίσματα...
Θα μου πεις: Είναι κακό να θέλει να κυβερνήσει η Αριστερά; Είναι κακό η Αριστερά να απευθύνεται σε ψηφοφόρους και στελέχη που αποστοιχίζονται από το ΠΑΣΟΚ; Αυτό ζητούσε και ο κόσμος άλλωστε, τόσον καιρό. Αυτό είναι που θα δώσει μια άνοδο στην Αριστερά, για να φοβίσει τους δανειστές μας, θα δώσει μια ανάσα στο λαό και μια άλλη πορεία στην Ευρώπη.

Τρίτη 1 Μαΐου 2012

Ο αντικαπιταλιστικός δρόμος της αριστεράς και οι ‘’Καμμένες’’ ευκαιρίες


του Παναγιώτη Μαυροειδή
Ψυχρολουσία για τον αριστερό κόσμο της βάσης του ΣΥΡΙΖΑ, οι δηλώσεις Τσίπρα για δυνατότητες συγκρότησης ‘’αριστερής κυβέρνησης’’, με στήριξη στους βουλευτές του ακροδεξιού Π. Καμμένου. Θυμίζουμε ότι είχε προηγηθεί δήλωση του τελευταίου ότι συμφωνεί με το οικονομικό πρόγραμμα ου ΣΥΡΙΖΑ, παρουσία του καθηγητή Γ. Σταθάκη σε τηλεοπτική εκπομπή.
‘’Μα τέτοια γκάφα;’’, αναρωτιούνται πολλοί, κατάπληκτοι.
Δυστυχώς δεν πρόκειται για καμία απολύτως γκάφα. Όχι μόνο γιατί δεν υπήρξε καμία -έστω και έμμεση –αναίρεση εκ των υστέρων.
Πρώτα πρώτα είναι  μια λογική κατάληξη, μιας πολιτικής σκέψης που θέτει το ζήτημα της συμμετοχής σε κυβέρνηση και της διαχείρισης εν τέλει, ως αυτοσκοπό ύπαρξης και σαν απόδειξη ‘’χρήσιμου ρόλου’’.
Μας αρέσει δε μας αρέσει  υπήρχε και υπάρχει και  η συστημική  αριστερά και κάθε άλλο παρά περιορίζεται στη ΔΗΜΑΡ.  Ο σχηματισμός  του Φ. Κουβέλη,  λίγο έλλειψε να δώσει ψήφο ανοχής ή/και  να συμμετάσχει στην άθλια διορισμένη από την ΕΕ κυβέρνηση Παπαδήμου.
‘’Δεν έχουμε ταμπού’’, απαντά η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ με τη σειρά της. Εννοείται, αν είναι να σώσει το λαό, με το σχηματισμό μιας αριστερής κυβέρνησης.  Η αλήθεια είναι πως η αριστερά αυτή έχει ταμπού και είναι κεφαλαιώδη. Δεν μπορεί να θέσει ζήτημα ανατροπής με λαϊκό ξεσηκωμό.Δεν διανοείται να θέσει ζήτημα άλλης εξουσίας και αντικαπιταλιστικής προοπτικής. Αυτή ασφαλώς θα περιείχε και μια άλλη διακυβέρνηση, όπως και θεσμούς εργατικής κοινωνικής δημοκρατίας. Δεν γίνεται περί τούτου η συζήτηση. Ο  στόχος για το ΣΥΡΙΖΑ είναι άλλος: Εδώ και τώρα κυβέρνηση. Με το μισό ΠΑΣΟΚ, με τον ακροδεξιό Καμμένο, με όποιο να είναι, όπως να είναι. Έτσι χωρίς πρόγραμμα…

Γιατί δεν αρκεί το "ΟΧΙ" στο Μνημόνιο


του Γιώργου Ρούση 

 Από την οπτική γωνία των συμφερόντων της εργατικής τάξης και των ευρύτερων λαϊκών δυνάμεων, ο διαχωρισμός των πολιτικών δυνάμεων και κατ΄ επέκταση των πολιτών σε μνημονιακούς και αντιμνημονιακούς, είναι όχι μόνον πολιτικά αδόκιμος, όχι μόνον αποπροσανατολιστικός, αλλά και επικίνδυνος.
Αυτό συμβαίνει διότι:
Πρώτο, ανάγει τη στάση απέναντι στα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης ως το θεμελιακό κριτήριο διαχωρισμού, ενώ αυτό είναι σαφώς δευτερεύον. Έτσι για παράδειγμα είναι πολύ πιο σημαντικό να είναι κάποιος ρατσιστής, να προπαγανδίζει τα κείμενα του Χίτλερ, να χαιρετά ναζιστικά, να τοποθετείται υπέρ του διαμελισμού συνανθρώπων μας από νάρκες, να πουλά στην κυριολεξία προστασία κ.λπ. όπως η Χρυσή Αυγή, από το να δηλώνει όπως το πράττει η συγκεκριμένη πολιτική δύναμη ότι είναι αντιμνημονιακός. Επίσης είναι πολύ πιο σημαντική παλιότερη δήλωση του Καμμένου περί αναγκαιότητας «να στηθώ στο εκτελεστικό απόσπασμα για τις απόψεις μου», παρά η όποια όψιμη ανιιμνημονιακή του θέση.Αλλά και η αντιμνημονιακή θέση της ΔΗΜΑΡ του Κουβέλη, έχει πολύ μικρότερη σημασία από τη γενικότερη πολιτική του στάση ή μάλλον μη στάση -ως κυρίου ήξεις αφήξεις- στο βαθμό που αυτή εντάσσεται στα πλαίσια της προσπάθειας διάσωσης του συστήματος μέσω αναβίωσης της σοσιαλδημοκρατίας η οποία μας οδήγησε εδώ που βρισκόμαστε. Ταυτόχρονα με αυτόν τον τρόπο αποκρύπτονται μαζί με τις αιτίες και οι πραγματικοί υπεύθυνοι της κρίσης.
Δεύτερο, είναι ένας διαχωρισμός που αντί να προωθεί παραπέρα το επίπεδο της λαϊκής συνείδησης, το συγκρατεί εντός των καπιταλιστικών τειχών και μάλιστα όταν όλο και περισσότερες δυνάμεις τοποθετούνται κατά του ευρώ και της EE και εν μέρει του ίδιου του καπιταλισμού. Αυτό συμβαίνει και στο ευρωπαϊκό επίπεδο, με πρώτη και καλύτερη τη γαλλική Αριστερά, η οποία μετά από πολύ καιρό, έστω και ανεπαρκώς και δυστυχώς πάντοτε διακατεχόμενη έναν κίβδηλο κυβερνητισμό, έχει μια σαφή θετική μεταστροφή, αν μη τι άλλο προς ένα ριζοσπαστικό ρεφορμισμό, ο οποίος πολύ συχνά προσλαμβάνει και κάποιον αντικαπιταλιστικό - αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα.
Τρίτο, πρόκειται για ένα διαχωρισμό που προβάλλει μια τακτική τοποθέτηση, δίχως καμιά σύνδεση με κάποιο στρατηγικό στόχο, συνεπώς για έναν κατεξοχήν συγκυριακό στην κυριολεξία οπορτουνιστικό διαχωρισμό.
Τέταρτο, πρόκειται για ένα διαχωρισμό, ο οποίος αντί να διευκολύνει και να προωθεί μια αριστερή αντικαπιταλιστική μετωπική πολιτική, θολώνει τα νερά και αφήνει ανοιχτό το πεδίο ακόμη και για ανίερες συμμαχίες ανάμεσα σε κατά τα άλλα, παντελώς ανομοιογενείς δυνάμεις.
Πέμπτο, και πιο επικίνδυνο, ένας τέτοιος διαχωρισμός τοποθετεί από την πλευρά των «αντιστασιακών» δυνάμεων και συνεπώς εξιλεώνει στη λαϊκή συνείδηση, εθνικιστικές ακόμη και φασιστικές δυνάμεις, οι οποίες αν και τοποθετούνται ενάντια στα μνημόνια, είναι εξίσου αν όχι περισσότερο επικίνδυνες από τις μνημονιακές.
Οι τελευταίες συνεργασίες του Άρματος Πολιτών του Δημαρά με τον Καμμένο και του Καζάκη με τον Παπαθεμελή, αποτελούν απτά παραδείγματα τέτοιων αποπροσανατολιστικών εξιλεώσεων.
Επειδή οι στιγμές είναι πολύ κρίσιμες, θα πρέπει τουλάχιστον όσον αφορά σε τέτοια βασικά ζητήματα να είμαστε απολύτως ξεκάθαροι. Και εν προκειμένω τούτο σημαίνει ότι θα πρέπει να αναδεικνύουμε το πραγματικό περιεχόμενο του διαχωρισμού σε μνημονιακούς και αντιμνημονιακούς και ταυτόχρονα να απορρίπτουμε κάθετα κάθε προσπάθεια διαμόρφωσης μετώπων στη βάση και μόνον της εναντίωσης στο ή στα μνημόνια, ασχέτως από τη γενικότερη πολιτική στάση όσων την υιοθετούν.
Όσον αφορά πιο ειδικά στις εκλογές, κάθε άλλο παρά θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως θετική η ψήφος μόνο ενάντια στο Μνημόνιο, δίχως η απαραίτητη κατάργηση των μνημονίων να εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ανιικαπιταλιστικό πλαίσιο. Κάτι τέτοιο είναι στην καλύτερη περίπτωση αφελές και στη χειρότερη δόλιο. Απέναντι σε αυτό το σαθρό διαχωρισμό ή ακόμη απέναντι στο εξίσου θολό ανάμεσα σε νεοφιλελεύθερους και αντινεοφιλελεύθερους, οι κομμουνιστές και οι άλλοι αριστεροί ριζοσπάστες καλούνται να προβάλουν το διαχωρισμό ανάμεσα σε φιλοκαπιταλιστές - φιλοϊμπεριαλιστές και αντικαπιταλιστές - αντιιμπεριαλιστές. Και πάνω στη βάση αυτού του διαχωρισμού να επιδιώξουν τη συγκρότηση ενός πολιτικού και κοινωνικού Μετώπου, που μέσω ενός πολέμου θέσεων θα προωθήσει το επαναστατικό πέρασμα στο σοσιαλισμό.
Αυτό σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξουν συνεργασίες για επί μέρους θέματα ακόμη και με δυνάμεις που δεν βρίσκονται στην αντικαπιταλιστική όχθη, εξαιρουμένων πάντοτε των εθνικιστών, των φασιστών, των νεοφιλελεύθερων και εκείνων που συνέβαλαν στην άνδρωση του νεοφιλελευθερισμού και σήμερα αποστασιοποιούνται όψιμα. Όμως άλλο αυτές οι συμμαχίες και άλλο το πολιτικό Μέτωπο. Αυτό αν δεν έχει σαφές αντικαπιταλιστικό - αντιιμπεριαλιστικό περιεχόμενο, που σημαίνει αν δεν είναι στραμμένο ενάντια στα ιμπεριαλιστικά κέντρα και οργανισμούς όπως είναι το NATO, η EE, το ΔΝΤ, αν δεν είναι στραμμένο ενάντια στα μονοπώλια, ντόπια και ξένα, και αναζητά να συμβιβαστεί μαζί τους για να εξανθρωπίσει τον καπιταλισμό, τότε θα βρίσκεται πίσω από τις ανάγκες των καιρών. Θα βρίσκεται πίσω από τις ανάγκες αντιμετώπισης μιας συστημικής κρίσης του καπιταλισμού, που δεν είναι μόνον οικονομική, αλλά και πολιτική και οικολογική και αξιακή και ψυχολογική. Και η οποία επιβάλλεται να αντιμετωπιστεί άμεσα ριζοσπαστικά, πολύπλευρα -και όχι μόνο οικονομικά- που σημαίνει να αντιμετωπιστεί σαφώς αντικαπιταλιστικά, με προοπτική το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό.
Αν το «όλα ή τίποτα» σημαίνει τίποτα, διότι αφαιρεί από το όλα τα μέσα επίτευξής του, το μερικό, ξεκομμένο από το γενικό, ή το άμεσο από το μακροπρόθεσμο, ή η τακτική από τη στρατηγική, ή το συγκυριακό από το δομικό, πέρα από το ότι δεν προωθούν το επίπεδο συνειδητότητας των λαϊκών δυνάμεων, που λόγω αντικειμενικών συνθηκών διευκολύνονται να αποτινάξουν το καπιταλιστικό προσωπείο, τις σπρώχνουν στη δίνη ενός αδιέξοδου και επικίνδυνου φαύλου κύκλου. Σε αυτόν το κύκλο εντάσσεται και ο διαχωρισμός σε μνημονιακές και αντιμνημονιακές δυνάμεις.
Απέναντι σε αυτήν την αδιέξοδη και επικίνδυνη πολιτική, η λύση δεν μπορεί να είναι άλλη, παρά η ένταξη και της κατάργησης του Μνημονίου σε ένα Αντικαπιταλιστικό Μέτωπο, όπως το πράττει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. 

ΑΝΤΑΡΣΥΑ ΣΤΗ ΝΕΤ